Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le balai
01
σκούπα, βούρτσα
outil servant à nettoyer le sol en poussant la poussière ou les saletés
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
balais
Παραδείγματα
Je passe le balai tous les matins dans la cuisine.
Περνάω τη σκούπα κάθε πρωί στην κουζίνα.



























