downhill
down
ˌdaʊn
dawn
hill
ˈhɪl
hil
downfall

Ορισμός και σημασία του "downhill"στα αγγλικά

01

κατηφορίζοντας, προς τα κάτω

in a downward direction, typically toward the lower point of a hill 
downhill definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The cyclist sped downhill, enjoying the thrill of the descent. 

Ο ποδηλάτης επιτάχυνε κατηφορικά, απολαμβάνοντας τη συγκίνηση της κατάβασης.

02

προς τα κάτω, σε παρακμή

in a manner indicating a decline or deterioration in conditions or circumstances 
Παραδείγματα
After the company lost its key investors, the situation deteriorated downhill. 

Αφού η εταιρεία έχασε τους κύριους επενδυτές της, η κατάσταση επιδεινώθηκε προς τα κάτω.

01

κατιόν, επιδεινούμενος

deteriorating, declining, or worsening over time 
downhill definition and meaning
Παραδείγματα
His mental health took a downhill turn after the incident. 

Η ψυχική του υγεία πήρε μια καθοδική τροπή μετά το περιστατικό.

02

κατηφορικός, κλιμακωτός

sloping downward at a steep angle 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most downhill
συγκριτικός βαθμός
more downhill
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They rode their bikes along the downhill path. 

Οδήγησαν τα ποδήλατά τους κατά μήκος της κατηφορικής διαδρομής.

2.1

κατηφορικός, στην κάτω πλευρά της πλαγιάς

situated near the lower end of a slope 
Παραδείγματα
The ski lift dropped us off at the downhill station. 

Το τελεφερίκ μας άφησε στον κατωφερή σταθμό.

03

εύκολος, χωρίς απαιτούμενη προσπάθεια

easy to do or requiring little effort 
Παραδείγματα
After the initial climb, the hike was all downhill. 

Μετά την αρχική ανάβαση, η πεζοπορία ήταν όλη κατηφόρα.

04

κατηφόρα, άμεσο και δυνατό

(American football) involving a running technique that emphasizes direct, powerful forward movement 
Παραδείγματα
The team relied on their downhill runners to gain yards quickly. 

Η ομάδα βασίστηκε στους δρομείς downhill της για να κερδίσει γιάρδες γρήγορα.

05

κατηφορικός, κατάβασης

involving activities or events where participants descend a slope, especially skiing 
Παραδείγματα
The downhill skier made an impressive jump off the ramp. 

Ο σκιέρ κατηφόρας έκανε ένα εντυπωσιακό άλμα από τη ράμπα.

01

κατάβαση, σκι κατάβασης

a competitive or recreational activity involving skiing down a slope 
downhill definition and meaning
Παραδείγματα
She has been training for the downhill for years, aiming for the national championship. 

Εκπαιδεύεται για το κατάβαση εδώ και χρόνια, με στόχο το εθνικό πρωτάθλημα.

02

κατηφόρα, πλαγιά προς τα κάτω

the part of a hill or incline that moves downward 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
downhills
Παραδείγματα
The bike ride became thrilling once we reached the long downhill. 

Η βόλτα με το ποδήλατο έγινε συναρπαστική μόλις φτάσαμε στη μεγάλη κατηφόρα.

03

κατάβαση, σκι κατάβασης

a ski racing event where athletes race down a long, steep course at very high speeds, with few turns and wide, sweeping curves 
Παραδείγματα
She specialized in downhill, reaching speeds over 100 kilometers per hour during races. 

Ειδικεύτηκε στο κατάβαση, φθάνοντας σε ταχύτητες πάνω από 100 χιλιόμετρα την ώρα κατά τη διάρκεια αγώνων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store