Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Downer
01
κατασταλτικό, ηρεμιστικό
a sedative or depressant drug, particularly a barbiturate
02
απογοήτευση, κατήφεια
something that makes you feel sad, disappointed, or depressed
Παραδείγματα
The movie's sad ending was a downer for the audience.
Το λυπηρό τέλος της ταινίας ήταν ένα απογοητευτικό για το κοινό.
Λεξικό Δέντρο
downer
down



























