Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
downcast
01
κατεβασμένος, κατευθυνόμενος προς τα κάτω
pointing, looking, or directed toward the ground or a lower position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most downcast
συγκριτικός βαθμός
more downcast
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The soldier's eyes were downcast during the ceremony.
Τα μάτια του στρατιώτη ήταν χαμηλωμένα κατά τη διάρκεια της τελετής.
02
κατεβαλμένος, μελαγχολικός
(of a person or their manner) melancholic and full of grief
Παραδείγματα
She walked with downcast eyes, lost in her thoughts of sorrow.
Περπατούσε με κατεβασμένα μάτια, χαμένη στις θλιβερές της σκέψεις.
Downcast
01
φρέαρ εισόδου αέρα, φρέαρ εξαερισμού
a vertical or inclined shaft in a mine through which fresh air enters
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
downcasts
Παραδείγματα
The miners checked the downcast before beginning their shift.
Οι ανθρακωρύχοι έλεγξαν τον αεραγωγό πριν ξεκινήσουν τη βάρδια τους.
Λεξικό Δέντρο
downcast
down
cast



























