downer
Pronunciation
/ˈdaʊnɝ/

Ορισμός και σημασία του "downer"στα αγγλικά

01

κατασταλτικό, ηρεμιστικό

a sedative or depressant drug, particularly a barbiturate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
downers
02

απογοήτευση, κατήφεια

something that makes you feel sad, disappointed, or depressed
Παραδείγματα
The movie 's sad ending was a downer for the audience.
Το λυπηρό τέλος της ταινίας ήταν ένα απογοητευτικό για το κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store