Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Downer
01
κατασταλτικό, ηρεμιστικό
a sedative or depressant drug, particularly a barbiturate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
downers
02
απογοήτευση, κατήφεια
something that makes you feel sad, disappointed, or depressed
Παραδείγματα
Missing the concert was a real downer.
Το να χάσεις τη συναυλία ήταν μια πραγματική απογοήτευση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
downer
down



























