Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to violate
01
παραβιάζω, παρακούω
to disobey or break a regulation, an agreement, etc.
Transitive: to violate a regulation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
violate
γ΄ ενικό πρόσωπο
violates
ενεστώτα μετοχή
violating
απλός αόριστος
violated
παθητική μετοχή
violated
Παραδείγματα
The company faced legal consequences for violating environmental regulations.
Η εταιρεία αντιμετώπισε νομικές συνέπειες για παράβαση των περιβαλλοντικών κανονισμών.
02
παραβιάζω, παραβαίνω
to not respect someone's rights, privacy, or peace
Transitive: to violate a right
Παραδείγματα
He violated her privacy by reading her personal messages without permission.
Παραβίασε την ιδιωτικότητά της διαβάζοντας τα προσωπικά της μηνύματα χωρίς άδεια.
03
καταστρέφω, εξοντώνω
to destroy or severely damage something
Transitive: to violate sth
Παραδείγματα
The storm violated the town, leaving buildings in ruins.
Η καταιγίδα παραβίασε την πόλη, αφήνοντας τα κτίρια σε ερείπια.
04
βιάζω, καταχρώμαι σεξουαλικά
to sexually assault or abuse someone without their consent
Transitive: to violate sb
επίσημο
Παραδείγματα
The victim bravely testified about how she was violated by her attacker.
Το θύμα μαρτύρησε με θάρρος πώς βιάστηκε από τον επιτιθέμενο.
05
βεβηλώνω, παραβιάζω
to treat something sacred with disrespect or irreverence
Transitive: to violate something sacred
Παραδείγματα
He was condemned for violating the temple by taking photos during the ceremony.
Καταδικάστηκε για βεβήλωση του ναού με τη λήψη φωτογραφιών κατά τη διάρκεια της τελετής.
Λεξικό Δέντρο
violated
violation
violative
violate
viol



























