Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
violent
01
βίαιος, επιθετικός
(of a person and their actions) using or involving physical force that is intended to damage or harm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most violent
συγκριτικός βαθμός
more violent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was arrested for his violent behavior during the protest, injuring several people.
Συνελήφθη για τη βίαιη συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης, τραυματίζοντας πολλά άτομα.
02
βίαιος, άγριος
involving or caused by force that may result in physical damage
Παραδείγματα
The storm was so violent that it knocked down several trees.
Η καταιγίδα ήταν τόσο βίαιη που έριξε κάτω πολλά δέντρα.
03
βίαιος, βάρβαρος
caused by physical force, injury, or deliberate aggression rather than natural processes
Παραδείγματα
He suffered a violent death in the accident.
Υπέστη βίαιο θάνατο στο ατύχημα.
04
φανταχτερός, έντονος
(of colors or sounds) extremely bright, intense, or loud
Παραδείγματα
The artist used violent colors to create dramatic effect.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε βίαια χρώματα για να δημιουργήσει δραματικό αποτέλεσμα.
05
βίαιος, αιματηρός
(of a situation or event) characterized by or involving severe bloodshed, aggression, or brutality
Παραδείγματα
The conflict was marked by violent clashes and extensive bloodshed.
Η σύγκρουση σημαδεύτηκε από βίαιες συγκρούσεις και εκτεταμένη αιματοχυσία.
06
βίαιος, άγριος
(of an emotion or belief) very intense or extreme, often leading to strong, uncontrollable reactions
Παραδείγματα
His violent outburst shocked everyone in the room, revealing the depth of his anger.
Η βίαιη έκρηξη του σόκαρε όλους στο δωμάτιο, αποκαλύπτοντας το βάθος της οργής του.
Λεξικό Δέντρο
nonviolent
violently
violent
viol



























