butcherly
Pronunciation
/bˈʊtʃɚli/

Ορισμός και σημασία του "butcherly"στα αγγλικά

01

σφαγείο, αιματηρός

characterized by extreme violence or brutality, reminiscent of a butcher's brutal actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most butcherly
συγκριτικός βαθμός
more butcherly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Historical accounts describe the invasion as a butcherly event, marked by unnecessary brutality and bloodshed.
Οι ιστορικές αναφορές περιγράφουν την εισβολή ως ένα σφαγείο γεγονός, σημαδεμένο από αδικαιολόγητη βιαιότητα και αιματοχυσία.
02

κακοφτιαγμένος, βιαστικός

poorly done
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store