butcherly
butcherly
'bʊʧəli
boochēli

Ορισμός και σημασία του "butcherly"στα αγγλικά

01

σφαγείο, αιματηρός

characterized by extreme violence or brutality, reminiscent of a butcher's brutal actions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most butcherly
συγκριτικός βαθμός
more butcherly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film's butcherly violence was so graphic it left many viewers uncomfortable. 

Η σφαγειακή βία της ταινίας ήταν τόσο γραφική που άφησε πολλούς θεατές άβολα.

02

κακοφτιαγμένος, βιαστικός

poorly done 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store