Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to survive
01
επιβιώνω, διασώζομαι
to remain alive after enduring a specific hazardous or critical event
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
survive
γ΄ ενικό πρόσωπο
survives
ενεστώτα μετοχή
surviving
απλός αόριστος
survived
παθητική μετοχή
survived
Παραδείγματα
After the plane crash, the survivors had to find shelter and food while waiting for rescue, managing to survive against all odds.
Μετά την πτώση του αεροπλάνου, οι επιζώντες έπρεπε να βρουν καταφύγιο και τροφή ενώ περίμεναν για διάσωση, καταφέρνοντας να επιβιώσουν παρά όλες τις πιθανότητες.
02
επιβιώνω, διασώζομαι
to continue to live or exist specifically after experiencing a particular severe event or accident
Transitive: to survive
Παραδείγματα
The explorer survived the treacherous journey through the desert.
Ο εξερευνητής επέζησε από την επικίνδυνη διαδρομή μέσα από την έρημο.
Παραδείγματα
She had to survive on a very tight budget after losing her job.
Έπρεπε να επιβιώσει με ένα πολύ σφιχτό budget αφού έχασε τη δουλειά της.
04
επιβιώνω, ξεπεράω σε μακροζωία
to live longer than another person, particularly in the context of longevity or life expectancy
Transitive: to survive sb
Παραδείγματα
Her grandparents survived their children and lived into their late nineties.
Οι παππούδες της επέζησαν των παιδιών τους και έζησαν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '90.
Λεξικό Δέντρο
survival
surviving
survivor
survive



























