survivor
sur
vi
ˈvaɪ
vai
vor
surveyor

Ορισμός και σημασία του "survivor"στα αγγλικά

01

επιζών, επιζήσας

someone or something that stays alive or continues to exist, particularly after nearly dying or an unpleasant event 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
survivors
Παραδείγματα
After the devastating earthquake, many survivors were found trapped under the rubble, clinging to life. 

Μετά τον καταστροφικό σεισμό, πολλοί επιζώντες βρέθηκαν παγιδευμένοι κάτω από τα ερείπια, κρατώντας την ζωή.

02

επιζών, επιζήσας

an animal that survives in spite of adversity 
03

επιζών, αυτός που επιβίωσε

one who outlives another 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

survivor
survive
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store