Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surviving
01
επιζών, υπάρχων
still in existence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surviving
συγκριτικός βαθμός
more surviving
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
existence, continuity, history
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
surviving
survive



























