surviving
Pronunciation
/sɝˈvaɪvɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "surviving"στα αγγλικά

01

επιζών, υπάρχων

still in existence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surviving
συγκριτικός βαθμός
more surviving
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store