surviving
sur
vi
ˈvaɪ
vai
ving
vɪng
ving
surveying

Ορισμός και σημασία του "surviving"στα αγγλικά

01

επιζών, υπάρχων

still in existence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surviving
συγκριτικός βαθμός
more surviving
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
existence, continuity, history

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

surviving
survive
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store