Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to arouse
01
ξυπνώ, αφυπνίζω
to wake from sleep or a state of rest
Intransitive
Παραδείγματα
As the sun rose, he gradually aroused and greeted the new day.
Καθώς ο ήλιος ανατέλλει, ξύπνησε σταδιακά και χαιρέτησε τη νέα μέρα.
02
ξυπνώ, προκαλώ
to call forth or evoke specific emotions, feelings, or responses
Transitive: to arouse feelings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
arouse
γ΄ ενικό πρόσωπο
arouses
ενεστώτα μετοχή
arousing
απλός αόριστος
aroused
παθητική μετοχή
aroused
Παραδείγματα
The captivating music had the power to arouse a deep sense of nostalgia in the listeners.
Η γοητευτική μουσική είχε τη δύναμη να ξυπνήσει μια βαθιά αίσθηση νοσταλγίας στους ακροατές.
03
διεγείρω, ξυπνώ
to stimulate someone or something to action or activity
Transitive: to arouse sb
Παραδείγματα
The energetic beat of the drum served to arouse the soldiers before they marched into battle.
Ο ενεργητικός ρυθμός του τυμπάνου χρησίμευσε για να ερεθίσει τους στρατιώτες πριν βάλουν μάχη.
04
ξυπνώ, εγείρω
to cause someone to wake up
Transitive: to arouse sb
Παραδείγματα
The gentle nudging of the alarm clock was intended to arouse her at the scheduled time.
Το απαλό σκούντημα του ξυπνητηρίου είχε σκοπό να την ξυπνήσει στην προγραμματισμένη ώρα.
05
εξάπτω, διεγείρω
to invoke sexual feelings of desire or excitement
Transitive: to arouse sb
Παραδείγματα
The provocative dance routine was intended to arouse the audience and create a sensual atmosphere.
Η προκλητική ρουτίνα χορού είχε σκοπό να εξιτάρει το κοινό και να δημιουργήσει μια αισθησιακή ατμόσφαιρα.
Λεξικό Δέντρο
aroused
arouser
arouse



























