arpeggio
ar
ɑ:
aa
pe
ˈpɛ
pe
ggio
ʤɪəʊ
jieoo

Ορισμός και σημασία του "arpeggio"στα αγγλικά

01

αρπέτζιο

a musical technique where the notes of a chord are played individually in a sequence rather than simultaneously 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
arpeggios
Παραδείγματα
In the classical guitar piece, the musician showcased his skill with a beautiful arpeggio, highlighting the individual notes of the chord. 

Στο κλασικό κομμάτι κιθάρας, ο μουσικός επέδειξε την ικανότητά του με ένα όμορφο αρπέτζιο, τονίζοντας τις μεμονωμένες νότες της χορδής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store