Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
étaler
01
απλώνω, απλώνω
étendre quelque chose sur une surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
étale
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
étalons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
étalerai
ενεστώτα μετοχή
étalant
παθητική μετοχή
étalé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
étalions
Παραδείγματα
Elle étale du beurre sur sa tartine.
Αυτή απλώνει βούτυρο στο τοστ της.
02
επιδεικνύω
montrer quelque chose avec ostentation pour impressionner
Παραδείγματα
Il aime étaler sa richesse devant ses amis.
Του αρέσει να επιδεικνύει τον πλούτο του μπροστά στους φίλους του.
03
αποκαλύπτω, φανερώνω
révéler ou divulguer quelque chose, rendre public
Παραδείγματα
Il étale ses secrets à tout le monde.
Αποκαλύπτει τα μυστικά του σε όλους.
04
απλώνω, αναπτύσσω
mettre quelque chose sur le sol ou sur une surface plane, souvent pour l'exposer ou le préparer
Παραδείγματα
Il étale ses affaires sur le sol.
Απλώνει τα πράγματά του στο πάτωμα.
05
τοκίζω
répartir un paiement ou une dépense sur plusieurs périodes
Παραδείγματα
Il étale le paiement de sa voiture sur trois ans.
Αυτός απλώνει την πληρωμή του αυτοκινήτου του σε τρία χρόνια.
06
απλώνω, εξαπλώνω
s'étendre sur une surface, se déployer , se répandre
Παραδείγματα
La pâte s'étale facilement sur le plan de travail.
Η ζύμη απλώνεται εύκολα στην επιφάνεια εργασίας.
07
διανέμομαι, επεκτείνομαι
être réparti sur plusieurs périodes, se diviser en plusieurs versements
Παραδείγματα
Le paiement du prêt s'étale sur cinq ans.
Η πληρωμή του δανείου κατανέμεται σε πέντε χρόνια.



























