Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
traîner
01
σέρνω, τραβώ
tirer quelque chose derrière soi ou l'amener avec effort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
traîne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
traînons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
traînerai
ενεστώτα μετοχή
traînant
παθητική μετοχή
traîné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
traînions
Παραδείγματα
Il traîne sa valise dans le couloir.
Σέρνει την βαλίτσα του στο διάδρομο.
02
σέρνω, υποφέρω
souffrir d'une maladie ou d'un problème sur une longue période
Παραδείγματα
Il traîne une grippe depuis une semaine.
Σέρνει μια γρίπη εδώ και μια εβδομάδα.
03
παρατείνομαι, τραβώ
durer plus longtemps que prévu, s'étendre dans le temps
Παραδείγματα
La réunion traîne en longueur.
Η συνάντηση παρατείνεται.
04
σέρνομαι, σέρνω
se déplacer lentement en s'appuyant sur les mains et les genoux
Παραδείγματα
Le bébé se traîne sur le tapis.
Το μωρό σέρνεται στο χαλί.
05
σέρνω κάποιον, παίρνω κάποιον με τη βία
emmener quelqu'un de force, le déplacer contre sa volonté
Παραδείγματα
Il a traîné l'homme hors du magasin.
Τράβηξε τον άνδρα έξω από το μαγαζί.
06
σέρνω στο έδαφος, γλιστράω στο έδαφος
toucher ou glisser sur le sol en s'étendant ou en tombant
Παραδείγματα
Sa robe traîne par terre.
Το φόρεμά της σέρνεται στο πάτωμα.
07
είναι διάσπαρτο, είναι σκορπισμένο
se trouver éparpillé ou en désordre, être dispersé
Παραδείγματα
Les jouets traînent partout dans la chambre.
Τα παιχνίδια είναι σκορπισμένα παντού στο δωμάτιο.
08
περιφέρομαι, τεμπελιάζω
se promener ou rester quelque part sans but précis, être oisif
Παραδείγματα
Il traîne au parc tous les après-midis.
Τριγυρίζει στο πάρκο κάθε απόγευμα.
09
καθυστερώ, παραμένω
rester quelque part ou persister après le temps prévu
Παραδείγματα
Il traîne encore au café après le travail.
Αργεί ακόμα στην καφετέρια μετά τη δουλειά.
10
σέρνομαι, κινώ αργά
avancer lentement ou avec peine , se déplacer très lentement
Παραδείγματα
Il se traîne jusqu'à la porte après une longue journée.
Σέρνεται μέχρι την πόρτα μετά από μια μακρά μέρα.



























