Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tremblant
01
τρεμάμενος, τρέμοντας
qui tremble sous l'effet de la peur, de l'émotion ou du froid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus tremblant
συγκριτικός βαθμός
plus tremblant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tremblant
αρσενικό πληθυντικό
tremblants
θηλυκό ενικό
tremblante
θηλυκό πληθυντικό
tremblantes
Παραδείγματα
Elle s' assit, tremblante, après cette terrible nouvelle.
Κάθισε, τρέμοντας, μετά από αυτά τα τρομερά νέα.
02
τρεμάμενος, ασταθής
qui n'est pas ferme, qui bouge facilement, mal fixé
Παραδείγματα
Les marches tremblantes de l' échelle faisaient peur à l' ouvrier.
Τα τρεμάμενα σκαλιά της σκάλας τρόμαζαν τον εργάτη.



























