tremper
Pronunciation
/tʀɑ̃pe/

Ορισμός και σημασία του "tremper"στα γαλλικά

tremper
01

μουλιάζω, βυθίζω

mettre quelque chose dans un liquide pour le mouiller
tremper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
trempe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
trempons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tremperai
ενεστώτα μετοχή
trempant
παθητική μετοχή
trempé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
trempions
Παραδείγματα
Le linge est trempé après la pluie.
Η μπουγάδα είναι βρεγμένη μετά τη βροχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store