Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tremper
01
μουλιάζω, βυθίζω
mettre quelque chose dans un liquide pour le mouiller
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
trempe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
trempons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tremperai
ενεστώτα μετοχή
trempant
παθητική μετοχή
trempé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
trempions
Παραδείγματα
Je trempe le pain dans la soupe.
Βουτώ το ψωμί στη σούπα.



























