Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
travailler
01
δουλεύω
faire une activité pour gagner de l'argent ou accomplir une tâche
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
travaille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
travaillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
travaillerai
ενεστώτα μετοχή
travaillant
παθητική μετοχή
travaillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
travaillions
Παραδείγματα
Je travaille dans un bureau.
Εγώ δουλεύω σε ένα γραφείο.
02
δουλεύω πάνω σε, ασχολούμαι με
faire des efforts pour améliorer ou réaliser quelque chose
Παραδείγματα
Je travaille sur un nouveau projet.
Δουλεύω σε ένα νέο έργο.
03
παραμορφώνομαι, λυγίζομαι
se déformer ou changer de forme sous l'effet d'une contrainte
Παραδείγματα
Le bois travaille avec l'humidité.
Το ξύλο δουλεύει με την υγρασία.
04
ζυμώνω, μαλάσσω
manipuler la pâte pour la rendre souple et homogène
Παραδείγματα
Il faut bien travailler la pâte avant de la cuire.
Πρέπει να ζυμώσεις καλά τη ζύμη πριν την ψήσεις.
05
καλώ, προσκαλώ
faire appel à quelqu'un pour obtenir son aide ou sa présence
Παραδείγματα
Le directeur a travaillé un expert pour le projet.
Ο διευθυντής δούλεψε έναν ειδικό για το έργο.
06
προσπαθώ, δοκιμάζω
faire des efforts pour réussir ou accomplir quelque chose
Παραδείγματα
Il travaille pour réussir son examen.
Δουλεύει για να περάσει τις εξετάσεις του.



























