Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le travail
[gender: masculine]
01
δουλειά, εργασία
activité qu'une personne fait pour gagner de l'argent
Παραδείγματα
Le travail de médecin demande beaucoup d' efforts.
Η δουλειά του γιατρού απαιτεί πολλή προσπάθεια.
02
εργασία, δουλειά
tâche ou activité que quelqu'un doit faire, souvent avec effort
Παραδείγματα
Chaque travail doit être bien fait.
Κάθε δουλειά πρέπει να γίνει καλά.
03
πόνοι τοκετού, συσπάσεις τοκετού
ensemble des contractions qui annoncent la naissance du bébé
Παραδείγματα
Quand le travail commence, il faut aller à la maternité.
Όταν αρχίζει ο τοκετός, πρέπει να πάτε στη μαιευτική μονάδα.



























