le travail
tra
tʁa
tra
vail
vaj
vay

Ορισμός και σημασία του "travail"στα γαλλικά

01

δουλειά, εργασία

activité qu'une personne fait pour gagner de l'argent 
le travail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
travaux
Παραδείγματα
Il cherche un travail dans une entreprise. 

Ψάχνει για δουλειά σε μια εταιρεία.

02

εργασία, δουλειά

tâche ou activité que quelqu'un doit faire, souvent avec effort 
le travail definition and meaning
Παραδείγματα
Ce travail demande de la concentration. 

Αυτή η εργασία απαιτεί συγκέντρωση.

03

πόνοι τοκετού, συσπάσεις τοκετού

ensemble des contractions qui annoncent la naissance du bébé 
le travail definition and meaning
Παραδείγματα
Le travail a commencé à minuit. 

Ο τοκετός ξεκίνησε τα μεσάνυχτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store