Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retrancher
01
αποκόπτω, αφαιρώ
couper ou supprimer de manière nette et décisive
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
retranche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
retranchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
retrancherai
ενεστώτα μετοχή
retranchant
παθητική μετοχή
retranché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
retranchions
Παραδείγματα
Le roi fit retrancher la tête du traître.
Ο βασιλιάς διέταξε να αποκεφαλιστεί ο προδότης.
02
αφαιρώ, εκπλέω
réduire une quantité en enlevant une partie
Παραδείγματα
Il faut retrancher les frais du montant total.
Πρέπει να αφαιρέσετε τα τέλη από το συνολικό ποσό.
03
κρύβομαι, καταλαμβάνω αμυντική θέση
se protéger derrière une position défensive ou une argumentation
Παραδείγματα
Les soldats se retranchèrent derrière le mur.
Οι στρατιώτες οχυρώθηκαν πίσω από τον τοίχο.
04
αφαιρώ, διαγράφω
supprimer une partie d'un texte ou d'un document
Παραδείγματα
L'éditeur a retranché trois pages du manuscrit.
Ο συντάκτης αφαίρεσε τρεις σελίδες από το χειρόγραφο.



























