Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La revendication
01
αξίωση, απαίτηση
demande ou exigence officielle, souvent pour obtenir un droit ou un avantage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
revendications
Παραδείγματα
Il a écrit une lettre pour formuler sa revendication.
Έγραψε ένα γράμμα για να διατυπώσει την αξίωσή του.



























