revoir
Pronunciation
/ʀ(ə)vwaʀ/

Ορισμός και σημασία του "revoir"στα γαλλικά

revoir
01

ξαναβλέπω, ξανασυναντώ

voir ou rencontrer à nouveau quelqu'un
revoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
revois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
revoyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
reverrai
ενεστώτα μετοχή
revoyant
παθητική μετοχή
revu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
revoyions
Παραδείγματα
Ils se sont revus à la fête hier soir.
Συναντήθηκαν ξανά στο πάρτι χθες το βράδυ.
02

επανεξετάζω, ξαναβλέπω

étudier ou examiner à nouveau quelque chose
revoir definition and meaning
Παραδείγματα
Ils ont revu les règles du jeu avant de commencer.
Επανεξέτασαν τους κανόνες του παιχνιδιού πριν ξεκινήσουν.
01

επανένωση, νέα θέαση

l'action de voir ou rencontrer quelqu'un à nouveauن
le revoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
revoirs
Παραδείγματα
Le revoir après tant d' années est émouvant.
Η επανένωση μετά από τόσα χρόνια είναι συγκινητική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store