revoir
revoir
ʁəvwaʁ
rēvvar
recevoirrenoirravoir

Ορισμός και σημασία του "revoir"στα γαλλικά

revoir
01

ξαναβλέπω, ξανασυναντώ

voir ou rencontrer à nouveau quelqu'un 
revoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
revois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
revoyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
reverrai
ενεστώτα μετοχή
revoyant
παθητική μετοχή
revu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
revoyions
Παραδείγματα
Je vais revoir mon ami ce week-end. 

Θα ξαναδώ τον φίλο μου αυτό το Σαββατοκύριακο.

02

επανεξετάζω, ξαναβλέπω

étudier ou examiner à nouveau quelque chose 
revoir definition and meaning
Παραδείγματα
Je dois revoir mes notes avant l'examen. 

Πρέπει να επαναλάβω τις σημειώσεις μου πριν από τις εξετάσεις.

01

επανένωση, νέα θέαση

l'action de voir ou rencontrer quelqu'un à nouveauن 
le revoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
revoirs
Παραδείγματα
Le revoir de mon ami m'a rendu heureux. 

Το ξαναβλέπω τον φίλο μου με έκανε ευτυχισμένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store