Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revoir
01
ξαναβλέπω, ξανασυναντώ
voir ou rencontrer à nouveau quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
revois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
revoyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
reverrai
ενεστώτα μετοχή
revoyant
παθητική μετοχή
revu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
revoyions
Παραδείγματα
Ils se sont revus à la fête hier soir.
Συναντήθηκαν ξανά στο πάρτι χθες το βράδυ.
02
επανεξετάζω, ξαναβλέπω
étudier ou examiner à nouveau quelque chose
Παραδείγματα
Ils ont revu les règles du jeu avant de commencer.
Επανεξέτασαν τους κανόνες του παιχνιδιού πριν ξεκινήσουν.
Le revoir
[gender: masculine]
01
επανένωση, νέα θέαση
l'action de voir ou rencontrer quelqu'un à nouveauن
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
revoirs
Παραδείγματα
Le revoir après tant d' années est émouvant.
Η επανένωση μετά από τόσα χρόνια είναι συγκινητική.



























