le revenu
re
ʁə
ve
nu
ny
ny
retenu

Ορισμός και σημασία του "revenu"στα γαλλικά

01

εισόδημα, έσοδο

argent régulièrement perçu par une personne ou un ménage (salaire, investissements, aides) 
le revenu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
revenus
Παραδείγματα
Son revenu mensuel suffit à peine pour payer le loyer. 

Το μηνιαίο εισόδημά του μόλις φτάνει για να πληρώσει το ενοίκιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store