revêtir
revêtir

Ορισμός και σημασία του "revêtir"στα γαλλικά

revêtir
01

mettre un vêtement sur soi ou habiller quelqu'un , -

γραμματικές πληροφορίες
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
revêtant
παθητική μετοχή
revêtu
Παραδείγματα
Il a revêtu son manteau avant de sortir. 
02

روکش کردن , -

Παραδείγματα
Revêtir un mur de papier peint 
03

( حالتی را) به خود گرفتن , -

Παραδείγματα
Une lutte qui pouvait revêtir un caractère si dangereux. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store