Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le rhume
[gender: masculine]
01
κρυολόγημα, βήχας
infection virale légère du nez et de la gorge
Παραδείγματα
Les enfants ont souvent des rhumes en collectivité.
Τα παιδιά έχουν συχνά κρυολογήματα σε συλλογικά περιβάλλοντα.



























