Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rhétorique
[gender: feminine]
01
ρητορική, τέχνη της ομιλίας
art de bien parler et de convaincre par le langage
Παραδείγματα
Elle maîtrise parfaitement les techniques de la rhétorique.
Κυριαρχεί τέλεια στις τεχνικές της ρητορικής.
rhétorique
01
ρητορικός, ρητορική
qui concerne l'art de bien parler ou d'écrire avec éloquence
Παραδείγματα
Ce passage rhétorique montre son talent d' écrivain.
Αυτό το ρητορικό απόσπασμα δείχνει το ταλέντο του ως συγγραφέα.



























