la rhétorique
rhétorique
ʁetɔʁɪk
retawrik

Ορισμός και σημασία του "rhétorique"στα γαλλικά

La rhétorique
01

ρητορική, τέχνη της ομιλίας

art de bien parler et de convaincre par le langage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La rhétorique était une discipline importante dans l'Antiquité. 

Η ρητορική ήταν μια σημαντική πειθαρχία στην Αρχαιότητα.

rhétorique
01

ρητορικός, ρητορική

qui concerne l'art de bien parler ou d'écrire avec éloquence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rhétorique
αρσενικό πληθυντικό
rhétoriques
θηλυκό ενικό
rhétorique
θηλυκό πληθυντικό
rhétoriques
θεματικό πεδίο
langage, communication, art
Παραδείγματα
Il a employé des figures rhétoriques pour renforcer son discours. 

Χρησιμοποίησε ρητορικά σχήματα για να ενισχύσει την ομιλία του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store