la richesse
ri
ʁi
ρι
chesse
ʃɛs
σεσ

Ορισμός και σημασία του "richesse"στα γαλλικά

01

πλούτος, αφθονία

abondance de biens matériels ou de qualités précieuses 
la richesse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La richesse de cette famille est connue dans toute la région. 

Ο πλούτος αυτής της οικογένειας είναι γνωστός σε όλη την περιοχή.

02

πλούτος, ποικιλία

abondance de qualités précieuses ou variées dans un domaine non-matériel 
Παραδείγματα
La richesse de la langue française est reconnue dans le monde. 

Ο πλούτος της γαλλικής γλώσσας αναγνωρίζεται στον κόσμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store