Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La richesse
[gender: feminine]
01
πλούτος, αφθονία
abondance de biens matériels ou de qualités précieuses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Le partage des richesses est un débat politique important.
Η διανομή του πλούτου είναι ένα σημαντικό πολιτικό ζήτημα.
02
πλούτος, ποικιλία
abondance de qualités précieuses ou variées dans un domaine non-matériel
Παραδείγματα
Cette région doit sa richesse agricole à son sol fertile.
Αυτή η περιοχή οφείλει τη γεωργική της πλούτη στο εύφορο έδαφός της.



























