le rhume
rhume
ʁʏm
rum
écumebrumeplumebitume

Ορισμός και σημασία του "rhume"στα γαλλικά

01

κρυολόγημα, βήχας

infection virale légère du nez et de la gorge 
le rhume definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rhumes
Παραδείγματα
J'ai attrapé un rhume hier. 

Χθες πήρα κρυολόγημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store