Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revêtir
01
mettre un vêtement sur soi ou habiller quelqu'un , -
γραμματικές πληροφορίες
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
revêtant
παθητική μετοχή
revêtu
Παραδείγματα
Il a revêtu son manteau avant de sortir.
02
روکش کردن , -
Παραδείγματα
Revêtir un mur de papier peint
03
( حالتی را) به خود گرفتن , -
Παραδείγματα
Une lutte qui pouvait revêtir un caractère si dangereux.



























