Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effondrer
01
καταρρίπτω, καταστρέφω
faire s'écrouler ou ruiner une construction ou un objet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
effondre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
effondrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
effondrerai
ενεστώτα μετοχή
effondrant
παθητική μετοχή
effondré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
effondrions
Παραδείγματα
Ils ont effondré le vieux mur avec une pelleteuse.
Κατέρριψαν τον παλιό τοίχο με έναν εκσκαφέα.
02
καταρρέω, καταπίπτω
tomber soudainement, s'écrouler au sol ou s'affaisser
Παραδείγματα
Le toit s'est effondré sous le poids de la neige.
Η στέγη κατέρρευσε κάτω από το βάρος του χιονιού.
03
καταρρέω, καταπίπτω
s'écrouler de fatigue, de tristesse ou de douleur
Παραδείγματα
Elle s'est effondrée en larmes à l'annonce de la nouvelle.
Αυτή κατέρρευσε σε δάκρυα στην ανακοίνωση της είδησης.
04
καταρρέω, καταρρέω απότομα
perdre rapidement et fortement de la valeur, chuter brutalement (souvent pour un prix, une bourse, une monnaie)
Παραδείγματα
Le marché immobilier s'est effondré en 2008.
Η αγορά ακινήτων κατέρρευσε το 2008.
05
καταρρέω, καταπίπτω
disparaître , être détruit ou détruite complètement
Παραδείγματα
L'ancien empire s'est effondré il y a plusieurs siècles.
Η αρχαία αυτοκρατορία κατέρρευσε πριν από αρκετούς αιώνες.



























