Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'effluve
01
odeur légère et souvent agréable qui se dégage d'un corps, d'un objet ou d'un lieu
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les effluves marins rappelaient les vacances d' été.



























