Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to harden
01
σκληραίνω, στερεοποιώ
to increase firmness or solidity of something
Transitive: to harden material
Παραδείγματα
The painter used a fixative to harden the layers of charcoal on the canvas.
Ο ζωγράφος χρησιμοποίησε ένα σταθεροποιητικό για να σκληρύνει τα στρώματα κάρβουνου στον καμβά.
02
σκληραίνω, στερεοποιούμαι
to increase in firmness or solidity
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
harden
γ΄ ενικό πρόσωπο
hardens
ενεστώτα μετοχή
hardening
απλός αόριστος
hardened
παθητική μετοχή
hardened
Παραδείγματα
The concrete began to harden as it cured, gradually transforming from a liquid state to a solid structure.
Το σκυρόδεμα άρχισε να σκληραίνει καθώς θεραπεύτηκε, μετατρέποντας σταδιακά από μια υγρή κατάσταση σε μια στερεή δομή.
03
σκληραίνω, εθίζω
to make accustomed or less sensitive to unfavorable conditions
Transitive: to harden sb/sth | to harden sb/sth to unfavorable conditions
Παραδείγματα
Exposure to extreme temperatures can harden plants, enabling them to thrive in arid or cold climates.
Η έκθεση σε ακραίες θερμοκρασίες μπορεί να σκληρύνει τα φυτά, επιτρέποντάς τους να ευδοκιμούν σε άνυδρους ή ψυχρούς κλίματα.
04
σκληρύνω, αναισθητοποιώ
to make someone's attitude or feelings less sympathetic
Transitive: to harden sb/sth
Παραδείγματα
Continuous exposure to violence in the media can harden individuals to the suffering of others.
Η συνεχής έκθεση στη βία στα μέσα ενημέρωσης μπορεί να σκληρύνει τα άτομα απέναντι στον πόνο των άλλων.
Λεξικό Δέντρο
hardened
hardening
harden



























