Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frigid
01
παγωμένος, παγερός
extremely cold in temperature, often causing discomfort or numbness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most frigid
συγκριτικός βαθμός
more frigid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The frigid winter air made every breath feel like a frosty exhale.
Ο παγωμένος χειμωνιάτικος αέρας έκανε κάθε ανάσα να μοιάζει με παγωμένη εκπνοή.
Παραδείγματα
She worried that being frigid would affect her relationship.
Ανησυχούσε ότι το να είναι ψυχρή θα επηρέαζε τη σχέση της.
Παραδείγματα
Growing up in an emotionally frigid household, he rarely experienced any warmth or affection from his parents.
Μεγαλώνοντας σε ένα συναισθηματικά κρύο σπίτι, σπάνια ένιωθε ζεστασιά ή στοργή από τους γονείς του.
04
ψυχρός, χωρίς έμπνευση
lacking imaginative qualities
Παραδείγματα
The book was technically accurate but felt frigid and uninspired.
Το βιβλίο ήταν τεχνικά ακριβές αλλά φαινόταν κρύο και χωρίς έμπνευση.
Λεξικό Δέντρο
frigidly
frigidness
frigid



























