Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Black eye
01
μαύρο μάτι, μώλωπας γύρω από το μάτι
an area of bruised skin surrounding the eye caused by a blow or injury
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
black eyes
Παραδείγματα
During a friendly game of basketball, a stray elbow from another player left him with a black eye.
Κατά τη διάρκεια ενός φιλικού αγώνα μπάσκετ, ένα αδέσποτο αγκώνα από έναν άλλο παίκτη του άφησε ένα μαύρο μάτι.
02
σοβαρό εμπόδιο, φρένο στην πρόοδο
an issue causing progress to slow down or stop entirely
idiom
Παραδείγματα
The economic downturn has been a black eye for the country's financial stability.
Το σφάλμα λογισμικού ήταν σοβαρό εμπόδιο που επιβράδυνε όλο το λανσάρισμα.
03
πλήγμα στην εικόνα, αρνητική εικόνα
a negative perception of someone or something
idiom
Παραδείγματα
The controversial remarks made by the celebrity actor resulted in a black eye for their public image.
Το λάθος άφησε ένα πλήγμα στο κατά τα άλλα ισχυρό ιστορικό του.



























