black eye
black
blæk
blāk
eye
ai

Ορισμός και σημασία του "black eye"στα αγγλικά

01

μαύρο μάτι, μώλωπας γύρω από το μάτι

an area of bruised skin surrounding the eye caused by a blow or injury 
black eye definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
black eyes
Παραδείγματα
She accidentally walked into a door and ended up with a black eye. 

Χτύπησε κατά λάθος μια πόρτα και κατέληξε με ένα μαυρισμένο μάτι.

02

σοβαρό εμπόδιο, φρένο στην πρόοδο

an issue causing progress to slow down or stop entirely 
black eye definition and meaning
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
The funding delay became a black eye for the project. 

Η καθυστέρηση της χρηματοδότησης έγινε σοβαρό εμπόδιο για το έργο.

03

πλήγμα στην εικόνα, αρνητική εικόνα

a negative perception of someone or something 
black eye definition and meaning
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
The scandal gave the company a black eye. 

Το σκάνδαλο έπληξε την εικόνα της εταιρείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store