Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Black eye
01
μαύρο μάτι, μώλωπας γύρω από το μάτι
an area of bruised skin surrounding the eye caused by a blow or injury
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
black eyes
Παραδείγματα
During a friendly game of basketball, a stray elbow from another player left him with a black eye.
Κατά τη διάρκεια ενός φιλικού αγώνα μπάσκετ, ένα αδέσποτο αγκώνα από έναν άλλο παίκτη του άφησε ένα μαύρο μάτι.
02
σοβαρό εμπόδιο, φρένο στην πρόοδο
an issue causing progress to slow down or stop entirely
idiom
Παραδείγματα
Poor communication was a black eye that stopped progress for weeks.
Η κακή επικοινωνία ήταν σοβαρό εμπόδιο που σταμάτησε την πρόοδο για εβδομάδες.
03
πλήγμα στην εικόνα, αρνητική εικόνα
a negative perception of someone or something
idiom
Παραδείγματα
The mistake left a black eye on his otherwise strong record.
Το λάθος άφησε ένα πλήγμα στο κατά τα άλλα ισχυρό ιστορικό του.



























