Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sleek
01
απαλός, μεταξένιος
having a smooth and shiny texture, typically describing hair, fur, or skin that appears healthy and well-maintained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sleekest
συγκριτικός βαθμός
sleeker
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sleek, dark hair of the model shone under the bright lights.
Τα απαλά, σκούρα μαλλιά του μοντέλου λάμπανε κάτω από τα φωτεινά φώτα.
02
κομψός, καλοφτιαγμένος
well-groomed and stylish in appearance
Παραδείγματα
He arrived at the event looking sleek in his tailored suit.
Έφτασε στην εκδήλωση φαινόμενος κομψός στο ραμμένο κοστούμι του.
03
κομψός, αεροδυναμικός
streamlined in shape or design, reducing resistance and allowing for smooth, efficient movement or appearance
Παραδείγματα
The sleek, streamlined jet sliced through the sky with minimal drag.
Το κομψό, αεροδυναμικό τζέτ κόβει τον ουρανό με ελάχιστη αντίσταση.
04
ομαλός, κομψός
smooth in manner or speech, often lacking genuine sincerity or depth
Παραδείγματα
His sleek compliments felt insincere.
Τα ομαλά κομπλιμέντα του φαίνονταν ανειλικρινή.
to sleek
01
λειαίνω, γυαλίζω
to make something, particularly hair or fur, smooth, shiny, and well-groomed
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sleek
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeks
ενεστώτα μετοχή
sleeking
απλός αόριστος
sleeked
παθητική μετοχή
sleeked
Παραδείγματα
She sleeked the horse's mane, making it shine under the sun.
Γυάλισε τη χαίτη του αλόγου, κάνοντάς τη να λάμπει κάτω από τον ήλιο.
02
λειαίνω, γυαλίζω
to become smooth or refined in appearance, often referring to the effect on hair or fur
Intransitive
Παραδείγματα
The cat’s coat sleeked as it stretched out in the warmth of the sun.
Το τρίχωμα της γάτας έγινε απαλό καθώς εκτείνονταν στη ζέστη του ήλιου.
Λεξικό Δέντρο
sleekly
sleekness
sleek



























