to purr
Pronunciation
/ˈpɝ/

Ορισμός και σημασία του "purr"στα αγγλικά

to purr
01

γουργουρίζω, ψιθυρίζω

to talk in a low, soft voice, particularly to express contentment or to convey seductive charm
Intransitive
to purr definition and meaning
Παραδείγματα
In the dimly lit room, she purred seductively as she asked him to join her for a nightcap.
Στο αμυδρά φωτισμένο δωμάτιο, γουργούρησε σαγηνευτικά καθώς του ζήτησε να την συνοδεύσει για ένα νυχτερινό ποτό.
02

γουργουρίζω

(of cats) to make a prolonged low sound as a sign of content
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
purr
γ΄ ενικό πρόσωπο
purrs
ενεστώτα μετοχή
purring
απλός αόριστος
purred
παθητική μετοχή
purred
Παραδείγματα
The kitten nestled against its mother 's side, purring gently as it nursed, comforted by her presence.
Το γατάκι αγκαλιάστηκε στη μητέρα του, γουργουρίζοντας απαλά ενώ θηλάζει, παρηγορημένο από την παρουσία της.
03

γουργουρίζω, λειτουργώ ήσυχα

(of a mechanical device) to function or move smoothly and quietly
Intransitive
Παραδείγματα
The espresso machine purred as it brewed the perfect cup of coffee.
Η μηχανή εσπρέσο γουργούριζε καθώς έφτιαχνε το τέλειο φλιτζάνι καφέ.
01

γουργούρισμα, γουργούρημα

a soft, continuous, low-frequency sound made by a cat, usually indicating contentment or relaxation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
purrs
Παραδείγματα
A contented purr indicated the feline was happy with its meal.
Ένα ικανοποιημένο γουργούρισμα έδειχνε ότι η γάτα ήταν ευχαριστημένη με το γεύμα της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store