Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peep
01
ρίχνω μια ματιά, κοιτάζω κρυφά
to look quickly and secretly
Intransitive: to peep somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peep
γ΄ ενικό πρόσωπο
peeps
ενεστώτα μετοχή
peeping
απλός αόριστος
peeped
παθητική μετοχή
peeped
Παραδείγματα
She peeps at her phone to read messages discreetly.
Αυτή ρίχνει μια ματιά στο τηλέφωνό της για να διαβάσει μηνύματα διακριτικά.
02
εμφανίζομαι, φαίνομαι
to emerge into view momentarily or partially
Intransitive
Παραδείγματα
As the sun rose, the tops of the mountains began to peep above the horizon.
Καθώς ο ήλιος ανατέλλει, οι κορυφές των βουνών άρχισαν να φαίνονται πάνω από τον ορίζοντα.
03
τερέτισμα, κιουκίσματα
to make a short, high-pitched sound, like a small bird or a young child
Intransitive
Παραδείγματα
The chicks peeped softly in their nest.
Τα νεοσσά τερέτιζαν απαλά στη φωλιά τους.
04
ψυθιρίζω, μουρμουρίζω
to speak in a hesitant or secretive manner
Intransitive: to peep to sb
Παραδείγματα
She peeped to her friend across the library, not wanting to disturb others.
Αυτή ψιθύρισε στη φίλη της απέναντι από τη βιβλιοθήκη, χωρίς να θέλει να ενοχλήσει τους άλλους.
05
κρυφοκοιτάζω, φαίνομαι στιγμιαία
to cause something to emerge into view momentarily or partially
Transitive: to peep sth somewhere
Παραδείγματα
The curious child peeped the tip of her finger through the crack in the door to see what was happening.
Το περίεργο παιδί έβαλε την άκρη του δακτύλου της μέσα από τη ρωγμή της πόρτας για να δει τι συνέβαινε.
Peep
01
κλεφτή ματιά, λαθραία ματιά
a secret look
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peeps
02
τερέτισμα, κέλαδημα
the short weak cry of a young bird



























