Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peeled
01
γυμνός σαν το χέρι, όπως τον γέννησε η μητέρα του
(used informally) completely unclothed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most peeled
συγκριτικός βαθμός
more peeled
διαβαθμίσιμο
02
ξεφλουδισμένος, αποφλοιωμένος
having had the outer skin or layer removed, commonly from fruits or vegetables
Παραδείγματα
The peeled oranges made for a sweet and easy snack.
Τα ξαφρισμένα πορτοκάλια έγιναν ένα γλυκό και εύκολο σνακ.



























