Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nestle
01
κουρνιάζω, στέκομαι άνετα
to position oneself comfortably and cozily
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
nestle
γ΄ ενικό πρόσωπο
nestles
ενεστώτα μετοχή
nestling
απλός αόριστος
nestled
παθητική μετοχή
nestled
Παραδείγματα
After a tiring day, she likes to nestle into her favorite chair.
Μετά από μια κουραστική μέρα, της αρέσει να αγκαλιάζεται στην αγαπημένη της καρέκλα.
02
τοποθετώ, αγκαλιάζω
to place a person or thing in a comfortable or safe position, often with a sense of care or affection
Transitive: to nestle sb/sth somewhere
Παραδείγματα
The mother gently nestled the baby in her arms, soothing him to sleep.
Η μητέρα κούμπωσε απαλά το μωρό στα χέρια της, το χαλάρωσε για να κοιμηθεί.
03
φωλιάζω, κρύβομαι
to be positioned in a tucked-away, protected, or partially concealed spot
Intransitive: to nestle somewhere
Παραδείγματα
The small village nestles in the valley, surrounded by towering mountains.
Το μικρό χωριό φωλιάζει στην κοιλάδα, περιτριγυρισμένο από ψηλά βουνά.
Nestle
01
μια στοργική αγκαλιά, μια παρατεταμένη αγκαλιά
a close and affectionate (and often prolonged) embrace
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nestles
Λεξικό Δέντρο
nestled
nestling
nestle



























