Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nestling
01
νεοσσός, μικρό πουλί
a bird that is too young to leave the nest built by its parents, especially one that has not yet learned how to fly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nestlings
02
νεαρός, παιδί
a young person of either sex
Λεξικό Δέντρο
nestling
nestle



























