Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remettre
01
επιστρέφω, τοποθετώ πίσω
replacer quelque chose à sa place ou retourner quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remets
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remettrai
ενεστώτα μετοχή
remettant
παθητική μετοχή
remis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remettions
Παραδείγματα
Il remet le livre sur l'étagère après l'avoir lu.
Βάζει πίσω το βιβλίο στο ράφι αφού το διαβάσει.
02
αναβάλλω, αναβάλλω
reporter quelque chose à un moment ultérieur
Παραδείγματα
Nous avons remis la réunion à demain.
Αναβάλαμε τη συνάντηση για αύριο.
03
παραδίδω, δίνω
donner quelque chose à quelqu'un
Παραδείγματα
Le professeur remet les devoirs aux élèves.
Ο δάσκαλος παραδίδει τις εργασίες στους μαθητές.
04
επισκευάζω, διορθώνω
réparer ou remettre en état quelque chose
Παραδείγματα
Elle a remis le vieux vélo en état de marche.
Εκείνη επισκεύασε το παλιό ποδήλατο για να λειτουργεί.
05
αναρρώνω, ανακτώ τις δυνάμεις μου
retrouver la santé ou la force après une maladie ou une difficulté
Παραδείγματα
Elle se remet doucement de sa grippe.
Αυτή αναρρώνει αργά από τη γρίπη της.
06
ανανεώνω, συνεχίζω
recommencer quelque chose ou reprendre une activité
Παραδείγματα
Elle se remet au travail après les vacances.
Αυτή επιστρέφει στη δουλειά μετά τις διακοπές.
07
φοράω ξανά, βάζω πάλι
porter de nouveau un vêtement ou un accessoire
Παραδείγματα
Il a remis son manteau après être sorti.
Ξαναφορεσε το παλτό του αφού βγήκε έξω.
08
προσθέτω ξανά, προσθέτω εκ νέου
ajouter de nouveau quelque chose à ce qui existe déjà
Παραδείγματα
Il a remis du sucre dans son café.
Ξαναέβαλε ζάχαρη στον καφέ του.



























