Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reculer
01
οπισθοχωρώ, υποχωρώ
se déplacer ou faire aller vers l'arrière
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
reculons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
reculerai
ενεστώτα μετοχή
reculant
παθητική μετοχή
reculé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
reculions
Παραδείγματα
Cet âne refuse d'avancer et même de reculer.
Αυτός ο γάιδαρος αρνείται να προχωρήσει μπροστά και ακόμη και να υποχωρήσει.
02
αναβάλλω
reporter quelque chose à une date ultérieure
Παραδείγματα
Nous devons reculer la réunion à la semaine prochaine.
Πρέπει να αναβάλουμε τη συνάντηση για την επόμενη εβδομάδα.
03
υποχωρώ, εγκαταλείπω
abandonner une position, renoncer face à une difficulté ou un défi
Παραδείγματα
Face aux protestations, le gouvernement a finalement reculé.
Αντιμέτωπη με τις διαμαρτυρίες, η κυβέρνηση τελικά υποχώρησε.
04
μειώνομαι, υποχωρώ
diminuer en intensité, en quantité ou en importance
Παραδείγματα
La fièvre commence enfin à reculer.
Ο πυρετός τελικά αρχίζει να υποχωρεί.
05
οπισθοχωρώ, κάνω όπισθεν
faire marche arrière avec un véhicule
Παραδείγματα
Il doit reculer pour sortir de la place de parking.
Πρέπει να κάνει όπισθεν για να βγει από τη θέση στάθμευσης.
06
υποχωρώ
déplacer quelque chose vers l'arrière
Παραδείγματα
Peux - tu reculer la table de quelques centimètres ?
Μπορείς να απομακρύνεις το τραπέζι λίγα εκατοστά;



























