Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le rectangle
01
ορθογώνιο, ορθογώνιο σχήμα
figure géométrique à quatre côtés avec quatre angles droits et des côtés opposés égaux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rectangles
Παραδείγματα
La porte de la chambre forme un rectangle parfait.
Η πόρτα του υπνοδωματίου σχηματίζει ένα τέλειο ορθογώνιο.



























